Sensitive
Your Slogan Here
×
 x 

Το καλάθι σας είναι άδειο.
Shopping cart
Το καλάθι σας είναι άδειο.

Τηλέφωνα Παραγγελιών 2610 625.692
2610 526.320

Κατηγορίες

Ακολουθήστε μας στο facebook

Γεωργικές Προειδοποιήσεις

Γεωργικές Προειδοποιήσεις (115)

Ένα από τα σοβαρότερα προβλήµατα της αµπελοκαλλιέργειας αποτελούν οι µυκητολογικές ασθένειες που προσβάλλουν το ξύλο του αµπελιού (ευτυπίωση, ίσκα, ασθένεια Petri, µελανή νέκρωση βραχιόνων), διότι µειώνουν σοβαρά την παραγωγή και καταστρέφουν σταδιακά το φυτικό κεφάλαιο.

 

Συχνά, οι ασθένειες αυτές δρουν ταυτόχρονα, προκαλώντας νέκρωση αγγείων του ξύλου, µε αποτέλεσµα τη σταδιακή ξήρανση κεφαλών, βραχιόνων και τελικώς ολόκληρων πρέµνων (κούρβουλα).

Οι παθογόνοι αυτοί µύκητες είναι κατά κύριο λόγο παράσιτα πληγών και η µετάδοσή τους σχετίζεται µε το χειµερινό κλάδεµα και τις καιρικές συνθήκες.

∆εδοµένου ότι δεν υπάρχουν εγκεκριµένα µυκητοκτόνα για την καταπολέµησή τους, οι γεωπόνοι συνιστούν επιµελή εφαρµογή σειράς προληπτικών µέτρων, προκειµένου να παρεµποδιστεί η µετάδοσή τους, ως εξής:

-Το κλάδεµα να γίνεται όσο το δυνατό πιο καθυστερηµένα (αργά το χειµώνα ή νωρίς την άνοιξη) και οπωσδήποτε µε ξηρό καιρό, προκειµένου να ελαχιστοποιείται ο κίνδυνος µόλυνσης των τοµών κλαδέµατος από µύκητες του ξύλου.

-Ο άνεµος και οι βροχές ευνοούν ιδιαίτερα τις µολύνσεις (µεταφορά-βλάστηση µολυσµάτων).

-Τα πρέµνα µε εµφανή συµπτώµατα προσβολής να κλαδεύονται τελευταία. Η αφαίρεση των προσβεβληµένων τµηµάτων πρέπει να γίνεται µε διαδοχικά κοψίµατα, µέχρι η τελική τοµή να εµφανιστεί φυσιολογική, χωρίς καστανούς µεταχρωµατισµούς ή άλλες αλλοιώσεις.

-Τα ξερά πρέµνα να εκριζώνονται άµεσα και να καίγονται.

-Να αποφεύγονται οι µεγάλες τοµές κλαδέµατος, διότι αυξάνεται κατά πολύ η πιθανότητα µόλυνσης των πρέµνων. Στην περίπτωση είναι αναπόφευκτες, τότε να γίνονται όσο πιο όψιµα γίνεται και να καλύπτονται µε προστατευτικό σκεύασµα.

-Τα προσβεβληµένα φυτικά µέρη (κεφαλές, βραχίονες,) να αποµακρύνονται άµεσα από τον αµπελώνα και να καίγονται.

-Τα εργαλεία κλαδέµατος να απολυµαίνονται τακτικά µε εµβάπτιση σε καθαρό οινόπνευµα ή διάλυµα χλωρίνης 10%.

- Αµέσως µετά το κλάδεµα και µέχρι το φούσκωµα των µατιών, ψεκασµός µε χαλκούχο σκεύασµα.

 
 

Ο ιός της τριστέτσας αποτελεί παθογόνο οργανισµό καραντίνας και σύµφωνα µε την κοινοτική και εθνική νοµοθεσία πρέπει να λαµβάνονται µέτρα για την αποφυγή εισόδου αλλά και την εξάλειψή του, σε περίπτωση που εµφανιστεί.

 

Οι παραγωγοί δεν πρέπει να προµηθεύονται δενδρύλλια από φυτώρια εσπεριδοειδών, που δεν συνοδεύονται από φυτοϋγειονοµικό διαβατήριο, ιδιαίτερα αν αυτά προέρχονται από προσβεβληµένες περιοχές. Η έκδοση του φυτοϋγειονοµικού διαβατηρίου σηµαίνει ότι το φυτώριο έχει ελεγχθεί από τις αρµόδιες αρχές και έχει θέση πιστοποιητικού ελέγχου.

Επισηµαίνεται ότι η εγκατάσταση νέων ή επανεµβολιαζοµένων φυτειών εσπεριδοειδών χωρίς ενηµέρωση της αρµόδιας υπηρεσίας θεωρείται παράνοµη και εγκυµονεί κίνδυνο εισόδου και εξάπλωσης της τριστέτσας. Στους παραβάτες παραγωγούς που προβαίνουν σε φυτεύσεις εσπεριδοειδών χωρίς διαβατήριο και που δεν ενηµερώνουν αρµόδιους επιβάλλονται διοικητικές και ποινικές κυρώσεις.

 
 

Μόνο µε στεγνό καιρό καλούνται να προχωρήσουν οι καλλιεργητές εσπεριδοειών αυτές τις µέρες στις απαραίτητες χειµωνιάτικες φροντίδες στα περιβόλια τους, καθώς θεωρούνται ιδιαίτερα κοµβικές για την επερχόµενη παραγωγή της άνοιξης.

 

Αν και ο καιρός, λόγω αυξηµένων βροχών και υγρασίας, δεν είναι ιδιαίτερα ευνοϊκός για δενδροκοµικές εργασίες, στα περιβόλια πραγµατοποιούνται αυτή την περίοδο τα εξής:

-Αρόσεις ή περιλακκώσεις των δέντρων.

-Λιπάνσεις και συνέχιση των κλαδεµάτων. Για τις λιπάνσεις σε πολύ ορεινές και ψυχρές περιοχές ενδείκνυται η χρήση ηµι-αποσυνθεµένης κοπριάς, γιατί εκτός της λιπαντικής της αξίας, διατηρεί το έδαφος θερµό και προστατεύει τις ρίζες από τον παγετό στα ευαίσθητα οπωροφόρα όπως οι ροδακινιές, βερικοκιές, δαµασκηνιές, συκιές.

-Κλάδεµα, το οποίο πρέπει να εφαρµόζεται µε ήπιο και ξηρό καιρό και ποτέ µε παγετούς, βροχές ή σφοδρούς ανέµους. Σε αντίθετη περίπτωση, οι πληγές που δηµιουργούνται δύσκολα επουλώνονται και η προσβολή από µύκητες είναι ευκολότερη. Κατά την περίοδο αυτή κλαδεύονται κυρίως τα γιγαντόκαρπα, όπως µηλιές, απιδιές, κυδωνιές.

-Φυτεύσεις οπωροφόρων σε θερµά και προφυλαγµένα µέρη.

-Στα σπορεία και τα φυτώρια εκτελούνται εκσκαφές και λιπάνσεις των βραγιών και εφόσον ο καιρός το επιτρέπει, συνεχίζονται οι µεταφυτεύσεις των δενδρυλλίων από τα σπορεία.

-Ενστρωµάτωση σε άµµο σκληροκέλυφων σπόρων, όπως αµύγδαλα, καρύδια, ροδάκινα, δαµάσκηνα και κεράσια.

-Αποµάκρυνση βλαβερών εντόµων, που κρύβονται στους ξηρούς φλοιούς, τα φύλλα ή και εντός του ξύλου των δέντρων. Επιβάλλεται η επισταµένη και προσεκτική έρευνα των κλαδιών και των κορµών όλον των οπωροφόρων, για την αποµάκρυνση και καταστροφή των ευρισκόµενων αυγών, προνυµφών ή τελείων εντόµων, που διαχειµάζουν.

Παράλληλα, πρέπει να καταστρέφονται βρύα, λειχήνες και οι πολύσποροι (ίσκες), που καλύπτουν συνήθως τα γηραιά δέντρα, µε απόξεση και επάλειψη των πασχόντων µερών µε πυκνή διάλυση θεϊκού χαλκού.

 
 

Σε όλες τις περιοχές της Πελοποννήσου, της δυτικής Ελλάδας και των Ιονίων νήσων υπάρχουν φθινοπωρινές πατάτες που βρίσκονται σε ευπαθές στάδιο στις προσβολές του παθογόνου.

 

Οι καιρικές συνθήκες των τελευταίων ημερών, με χαμηλή θερμοκρασία και αυξημένη υγρασία λόγω βροχοπτώσεων, παραμένουν ευνοϊκές για προσβολές περονοσπόρου.

Οι γεωπόνοι του Περιφερειακού Κέντρου Προστασίας Φυτών Αχαΐας συστήνουν στους παραγωγούς πατάτας να συνεχίσουν την προστασία της καλλιέργειας κατά του περονόσπορου με τις οδηγίες του τοπικού γεωπόνου από τις λίστες με τα εγκεκριμένα σκευάσματα.

Οι καλλιεργητές καλούνται να χρησιμοποιήσουν τις μεγαλύτερες συνιστώμενες από την ετικέτα δόσεις και το μικρότερο μεσοδιάστημα μεταξύ των ψεκασμών. Επειδή έχει αρχίσει η συγκομιδή της φθινοπωρινής πατάτας, απαιτείται να τηρηθούν αυστηρά τα όρια του τελευταίου ψεκασμού πριν τη συγκομιδή ώστε να μην υπάρξουν υπολείμματα στους κονδύλους.

 

Απρόβλεπτες επιδηµικές εξάρσεις είναι ικανό να προκαλέσει το βακτήριο Clavibacter michiganensis subsp. Michiganensi, το οποίο µεταφέρεται µε το σπόρο και προκαλεί το βακτηριακό έλκος στη ντοµάτα θερµοκηπίου. Σύµφωνα µε τους γεωπόνους του Περιφερειακού Κέντρου Προστασίας Φυτών Ηρακλείου, ο παραγωγός µπορεί να διαγνώσει την ασθένεια από τα συµπτώµατα, βάσει των οποίων τα νεαρά φυτά παρουσιάζουν µαρασµό και νεκρώνονται γρήγορα, ενώ αν επιβιώσουν έχουν νανισµό.

 

Το βακτήριο µεταφέρεται µε το σπόρο και τα σπορόφυτα συχνά µε λανθάνουσα µόλυνση, το νερό, τα έντοµα, µε τα εργαλεία κατά τον εµβολιασµό, τη µεταφύτευση, την τεχνητή γονιµοποίηση, τον ψεκασµό και τη συγκοµιδή. Το βακτήριο διατηρείται στο έδαφος ελεύθερο για µήνες, στα υπολείµµατα των καλλιεργειών για περισσότερο του ενός χρόνου, σε σπόρους για 2,5 χρόνια, σε φυτοχώµατα για 2 χρόνια, σε ξύλινους πασσάλους και µέσα στήριξης για 10 µήνες, ενώ πολλά αυτοφυή σολανώδη φυτά αποτελούν εναλλακτικούς ξενιστές και εστίες διατήρησης του παθογόνου.

Όσον αφορά την αντιµετώπισή του, οι ειδικοί προτείνουν χρήση πιστοποιηµένου πολλαπλασιαστικού υλικού (σπόροι, σπορόφυτα) και προληπτικές επεµβάσεις µε χαλκούχα και απαραίτητα µετά το κλάδεµα. Στο σπορείο συνιστάται αποφυγή υπερβολικής υγρασίας και επεµβάσεις µε χαλκούχα σκευάσµατα σε διαστήµατα 5 -7 ηµερών από τα στάδιο του πρώτου φύλλου.

Στο χωράφι συνιστούνται:

-Αµειψισπορά (2-3 χρόνια) και ηλιοαπολύµανση

-Εκρίζωση προσβεβληµένων φυτών και των «υγιών» γειτονικών τους µε ολόκληρο το ριζικό σύστηµα, κάψιµο και καταστροφή υπολειµµάτων

-Αποφυγή επαναφύτευσης σε έδαφος που είχε εµφανιστεί

-Αποφυγή φύτευσης σολανωδών (πιπεριά, µελιτζάνα) για τα επόµενα 2-3 χρόνια

 -Αποφυγή εκτέλεσης εργασιών όταν τα φυτά είναι υγρά.

-Απολύµανση εργαλείων µε οινόπνευµα ή απολυµαντικά

-Συστηµατική καταστροφή ή ζιζανιοκτονία των αυτοφυών σολανωδών στο θερµοκήπιο

-Εξυγίανση σπόρου µε θερµό νερό είτε µε χηµικά µέσα.

 
 

Η άσπρη ψώρα (η γνωστή βαµβακάδα) είναι ένα κοκκοειδές, το οποίο εµφανίζεται συνήθως στον κορµό και στα κλαδιά των πυρηνόκαρπων –και όχι µόνο- και η εικόνα της προσβολής είναι µια πυκνή βαµβακώδης αποικία.

 

Το κοκκοειδές αποµυζά χυµούς και σε περιπτώσεις σοβαρής προσβολής µπορεί να προκαλέσει την ξήρανση κλαδιών ή και ολόκληρων δέντρων ροδακινιάς, νεκταρινιάς και δαµασκηνιάς. Οι γεωπόνοι του Περιφερειακού Κέντρου Προστασίας Φυτών Ναυπλίου συνιστούν ψεκασµό υψηλής πίεσης µε ένα κατάλληλο και εγκεκριµένο για την καλλιέργεια λάδι.

Τα χειµερινά λάδια εφαρµόζονται µέχρι το φούσκωµα των µατιών, ενώ τα θερινά λάδια εφαρµόζονται µέχρι το στάδιο της ρόδινης ή λευκής κορυφής. Σε κάθε περίπτωση, οι καλλιεργητές οφείλουν να λούζουν καλά τον κορµό των δέντρων. Επίσης, η εφαρµογή χειµερινού πολτού πρέπει να γίνεται στο λήθαργο, όταν η θερµοκρασία είναι πάνω από 4οC και δεν υπάρχει κίνδυνος παγετού.

 
 
Τετάρτη, 27 Δεκεμβρίου 2017 12:20

Φύτευση σε στραγγερό έδαφος θέλει η φιστικιά

Written by

Μια σειρά βασικών προληπτικών µέτρων πριν και µετά την εγκατάσταση των νέων δενδρυλλίων φιστικιάς καλούνται να λάβουν οι καλλιεργητές, ώστε να αποφύγουν ή τουλάχιστον να περιορίσουν σοβαρά φυτοπροστατευτικά προβλήµατα που ενδέχεται να αναπτυχθούν αργότερα.

 

Αυτά αφορούν τόσο εδαφογενείς ασθένειες του κορµού και του ριζικού συστήµατος όπως φυτόφθορα, σηψηρριζία και ανδροµύκωση όσο και ασθένειες της κόµης των δέντρων όπως βοτρυοσφαίρια και σεπτορίωση, σύµφωνα µε τους γεωπόνους του Περιφερειακού Κέντρου Προστασίας Φυτών Βόλου.

Πιο αναλυτικά, τα προληπτικά µέτρα έχουν ως εξής:

1. Η καλλιέργεια να αποφεύγεται σε περιοχές µε υψηλή υγρασία κατά τη βλαστική περίοδο, διότι ευνοείται η ανάπτυξη µυκητολογικών ασθενειών.

2. Αποφασιστικός παράγοντας είναι το στραγγερό έδαφος, καθώς σε ασφυκτικές συνθήκες ευνοούνται οι προσβολές από εδαφογενείς µύκητες, γι’ αυτό πρέπει να λαµβάνεται µέριµνα για καλή αποστράγγιση εδάφους.

3. Η βαθιά άροση πριν τις νέες φυτεύσεις βοηθά στη γρήγορη ανάπτυξη και επέκταση του ριζικού συστήµατος και στην επιτυχηµένη και γρήγορη εγκατάσταση της νέας φυτείας.

4. Αν επιλέγονται αγροί που έχουν καλλιεργηθεί µε ευπαθείς στην αδροµύκωση ξενιστές (βαµβάκι, πατάτα, τοµάτα, ελιά, λαχανικά) πρέπει να προηγηθεί αµειψισπορά µε σιτηρά πριν την εγκατάσταση νέου φιστικεώνα.

5. Η επιλογή υγιούς πολλαπλασιαστικού υλικού είναι καθοριστικής σηµασίας, καθώς πολλές φορές οι ασθένειες προέρχονται από τα φυτώρια.

6. Στην Ελλάδα χρησιµοποιείται αποκλειστικά το υποκείµενο της τσικουδιάς, λόγω καλής ανθεκτικότητας στη φυτόφθορα. Γι’ αυτό τα δέντρα πρέπει να είναι εµβολιασµένα σε µεγάλο ύψος (70 εκ.) από το έδαφος, ώστε να µη µεταφέρεται το µόλυσµα µε νερό και σταγόνες της βροχής.

7. Να γίνει ανάλυση εδάφους, ώστε να προστεθούν τα απαραίτητα λιπάσµατα πριν το όργωµα.

8. Ιδιαίτερη προσοχή να δίνεται στις αποστάσεις φύτευσης των δέντρων. Με τις πυκνές φυτεύσεις αυξάνεται η σχετική υγρασία όταν µεγαλώσουν τα δέντρα.

 
 

Οι θερµοκρασίες κάτω των 15oC είναι απαγορευτικές για τη δηµιουργία νέων προσβολών από τη µύγα Μεσογείου στα εσπεριδοειδή, τονίζουν οι γεωπόνοι, που καλούν τους παραγωγούς να αναστείλουν την προστασία µε επεµβάσεις φυτοπροστατευτικών.

 

Ενδεικτική είναι η ανακοίνωση του Περιφερειακού Κέντρου Προστασίας Φυτών Ιωαννίνων, σύµφωνα µε την οποία οι συλλήψεις

του εντόµου στα σταθερά παρατηρητήρια έχουν µειωθεί αισθητά σε όλες τις περιοχές Άρτας και Θεσπρωτίας (Γλυκή και κάµπος Φιλιατών). Άλλωστε, ως γνωστό, η µύγα της Μεσογείου είναι ένα δίπτερο «καρποβόρο», το οποίο προσβάλλει (σαν προνύµφη)

πολλά είδη οπωροφόρων, αναπτυσσόµενο κατά τρόπο σχεδόν συνεχή κατά τη διαδροµή της χρονιάς, µε µια µικρή διάπαυση µόνο κατά τη χειµερινή περίοδο. Στα πορτοκάλια η ζηµιά προσλαµβάνει ιδιαίτερα χαρακτηριστικά, αφού τα σκουλήκια της µύγας δεν ολοκληρώνουν την ανάπτυξη τους και εµφανίζουν κεντήµατα ωοτοκίας.

 
 

 

Η ελιά είναι αειθαλές δένδρο και επομένως πιο ευαίσθητο στις χαμηλές θερμοκρασίες από τα φυλλοβόλα δένδρα. Υπάρχει το ερώτημα αν η ελιά εισέρχεται σε λήθαργο το χειμώνα όπως και τα φυλλοβόλα δένδρα. Η απάντηση είναι ότι πράγματι και η ελιά εισέρχεται σε λήθαργο. Τα επιστημονικά δεδομένα που υπάρχουν δείχνουν ότι και στην περίπτωση της ελιάς, η σμίκρυνση της φωτοπεριόδου και η πτώση της θερμοκρασίας το φθινόπωρο είναι οι βασικοί παράγοντες και απαραίτητες προϋποθέσεις για την είσοδο σε λήθαργο και στη συνέχεια τη σκληραγώγηση των ιστών για την αντοχή τους στο ψύχος. Η έναρξη εισόδου της ελιάς στο λήθαργο συμβαίνει όταν ή θερμοκρασία το φθινόπωρο πέσει στους 0-5° C. Η σκληραγώγηση των δένδρων για την αντοχή στο ψύχος γίνεται καλύτερη με την πρόοδο του χειμώνα και τις χαμηλότερες τιμές της θερμοκρασίας. 

           

 

Αριστερά: Νεαρό ελαιόδεντρο πλήρως κατεστραμμένο

 

Δεξιά: Μεγάλης ηλικίας ελαιόδεντρο: ενώ καταστράφηκε στο υπέργειο τμήμα του βλαστάνει από τη βάση του κορμού

 

                                                  

 

 Οι μηχανισμοί της ελιάς για την προστασία από τους παγετούς αλλά και οι παράγοντες που επηρεάζουν την αντοχή στο ψύχος είναι παρόμοιοι με αυτούς που ισχύουν για τα φυλλοβόλα δένδρα. Ιδιαίτερη σημασία για την ελιά έχουν τα καλλιεργητικά μέτρα όπως η εφαρμογή της σωστής λίπανσης, η αποφυγή των όψιμων ποτισμάτων και κλαδεμάτων κατά το φθινόπωρο καθώς και η έγκαιρη καταπολέμηση των ζιζανίων.

Η αντοχή στις χαμηλές θερμοκρασίες όμως διαφέρει στα διάφορα όργανα της ελιάς όπως δείχνει ο πιο κάτω πίνακας 1.


Πίνακας 1. Χαμηλές θερμοκρασίες που προκαλούν ζημιές στα διάφορα όργανα της ελιάς το χειμώνα 


Όπως δείχνει ο πίνακας τα πιο ευαίσθητα όργανα είναι οι καρποί και ακολουθούν οι ανθοφόροι οφθαλμοί. Τα πιο ανθεκτικά είναι ο κορμός και η ρίζα. Πιστεύεται μάλιστα ότι η ρίζα μπορεί να μην καταστραφεί καθόλου ακόμη και σε θερμοκρασίες κάτω των -12° C. Πρέπει επίσης να τονιστεί ότι τα άνθη και οι μικροί καρποί είναι ακόμη πιο ευαίσθητοι στις χαμηλές θερμοκρασίες. Αυτό όμως μπορεί να συμβεί μόνο σε κάποιες πρώιμες στην άνθηση ποικιλίες ή σε ελαιόδενδρα σε ορεινές περιοχές γιατί η άνθηση στην ελιά συμβαίνει από τέλη Απριλίου-Μάιο που σπανίζουν οι παγετοί.

Οι παράγοντες που επηρεάζουν το βαθμό της ζημιάς στα διάφορα όργανα είναι η διάρκεια των χαμηλών θερμοκρασιών, η απότομη πτώση της θερμοκρασίας, η θρεπτική κατάσταση των δένδρων και η ποικιλία. Είναι γνωστόο ότι από τις Ελληνικές ποικιλίες οι πιο ανθεκτικές είναι η Μαστοειδής, η Μυρτολιά, το Αγουρομάνακο, η Βαλανολιά, η Κοθρέικη και η Χαλκιδικής. Αντίθετα από τις πιο ευαίσθητες στο ψύχος είναι η Κορωνέικη, η Θιακή και η Αμυγδαλολιά.

Προληπτικά Μέτρα

Από τα προληπτικά μέτρα που εφαρμόζονται για τα φυλλοβόλα δένδρα, στην ελιά έχουν δοκιμαστεί τα χαλκούχα σκευάσματα. Χρειάζονται δύο ψεκασμοί πριν την εμφάνιση των παγετών, ένας το Νοέμβριο και ένας αρχές Δεκεμβρίου. Επίσης έχουν δοκιμαστεί ψεκασμοί με διαλύματα κιτοκινινών (Kelp). Οι ψεκασμοί πρέπει να γίνονται ανά 15θήμερο πριν τους παγετούς. Τέλος ψεκασμοί με αντιδιαπνευστικές ουσίες όπως τα θερινά λάδια και η Πινολίνη είναι παραδείγματα τέτοιων ουσιών. Οι ψεκασμοί γίνονται πριν και μετά τον παγετό. Άλλες επεμβάσεις θα πρέπει πρώτα να δοκιμαστούν πειραματικά η πιλοτικά πριν την ευρεία χρήση τους στους ελαιώνες.


Καταστροφή των δένδρων από πτώση χιονιού και παγετούς.
Κάτω αριστερά: ο φλοιός του κορμού παγετόπληκτου δένδρου ανασηκώνεται εύκολα.
 

Συμπτώματα ζημιών από παγετούς στην ελιά

Ήπιοι παγετοί (πτώση θερμοκρασίας μέχρι -2°C).  Παρατηρούνται: Συρρίκνωση των καρπών, ξήρανση κορυφών των ετήσιων βλαστών, ελαφρό σχίσιμο φλοιού των μικρών βλαστών και μερική ή ολική πτώση των φύλλων. Αν η θερμοκρασία δεν πέσει αρκετά κάτω από το 0 οι καρποί απλά συρρικνώνονται και μπορεί να επανέλθουν στη φυσιολογική κατάσταση με την άνοδο της θερμοκρασίας. Αν όμως πέσει κάτω από -3 °C (- 3°C μέχρι  -7 °C) η ζημιά μπορεί να είναι σοβαρή στους καρπούς που εκτός της συρρίκνωσης της επιδερμίδας, η σάρκα γίνεται καφετιά, μειώνεται η περιεκτικότητα σε λάδι και υποβαθμίζεται η ποιότητά του. Όσο για τις επιτραπέζιες ποικιλίες μπορεί να τις καταστήσει μή εμπορεύσιμες και να οδηγηθούν στο ελαιοτριβείο για παραγωγή λαδιού μειωμένης ποιότητας.

Μέτριοι παγετοί (πτώση θερμοκρασίας μέχρι -7°C).  Παρατηρούνται: Ξήρανση των φύλλων που μένουν πάνω στα δένδρα και μοιάζουν σαν καμένα δένδρα από φωτιά, σχίσιμο του φλοιού και σε μεγάλους βλαστούς. Στην περίπτωση η ζημιά διαπιστώνεται από το εύκολο ανασήκωμα του φλοιού των βλαστών. Ο φλοιός και το ξύλο αλλάζουν χρώμα από πράσινο σε καφέ ή μαύρο, ξήρανση και βλαστών μεγάλης ηλικίας και καταστροφή μέχρι και του 90% των οφθαλμών.

Ισχυροί παγετοί (πτώση της θερμοκρασίας μέχρι -12° C).  Παρατηρούνται: Καταστροφή όλων των βλαστών του δένδρου, σχίσιμο του φλοιού στον κορμό και εύκολος αποχωρισμός του. Σπάνια ζημιώνεται και το ριζικό σύστημα με αποτέλεσμα την ολική καταστροφή του δένδρου. Μία τέτοια περίπτωση συνέβη στη Φθιώτιδα το 2001 όταν η θερμοκρασία κατέβηκε στους -9,8 και -12,4 στις 19 και 20 Δεκεμβρίου αντίστοιχα, με αποτέλεσμα να καταστραφούν ακόμη και ολόκληρα δένδρα ηλικίας πάνω από 80 ετών. Πιθανόν ορισμένα να αναβλάστησαν από τη ρίζα, αρκετά όμως καταστράφηκαν ολοσχερώς.


Πάνω: Τραυματισμένο κλωνάρι
Κάτω: Υγιές κλωνάρι




Μεταχείριση παγετόπληκτων δένδρων ελιάς

Η αντιμετώπιση των δένδρων θα εξαρτηθεί από το μέγεθος ή το βαθμό της ζημιάς τους.
.
Τι πρέπει να προσεχθεί. Αρχικά να εφαρμοστεί άμεσα ένας ψεκασμός με χαλκούχα σκευάσματα για την προστασία από μυκητολογικές και βακτηριακές προσβολές. Να αποφεύγεται το άμεσο κλάδεμα καιη εφαρμογή λιπασμάτων ειδικά της αζωτούχου λίπανσης. Τα δένδρα αφήνονται ακλάδευτα μέχρι την έναρξη της βλάστησής τους (Απρίλιο - Μάιο). Η εφαρμογή του κλαδέματος πρέπει να γίνεται ανάλογα με το ποια όργανα έχουν υποστεί σοβαρές ζημιές. Λίπανση όπως και στα φυλλοβόλα θα πρέπει να προσδιορίζεται αφού εκτιμηθεί πρώτα ο βαθμός της ζημιάς των ελαιοδένδρων.



Στην περίπτωση ήπιων παγετών και ελαφρών ζημιών των δένδρων, ενδείκνυται άμεσος ψεκασμός με χαλκούχα σκευάσματα και ελαφρό κλάδεμα την άνοιξη με αφαίρεση των ζημιωμένων μικρών βλαστών. Στην περίπτωση αυτή τα δένδρα επανέρχονται κανονικά και δίνουν παραγωγή σε ένα ή δύο χρόνια. Η λίπανση θα είναι κανονικά αυτή που εφαρμόζεται για τα μη ζημιωμένα δένδρα και λίγο ενισχυμένη για την ανάπτυξη της νέας βλάστησης.

Στην περίπτωση μέτριων παγετών Ενδείκνυται επίσης άμεσος ψεκασμός με χαλκούχα σκευάσματα, κλάδεμα την άνοιξη με αφαίρεση των ζημιωμένων βλαστών μέχρι τα σημεία αναβλάστησης. Στην περίπτωση αυτή τα δένδρα επανέρχονται και δίνουν παραγωγή μετά από δύο-τρία χρόνια. Η λίπανση πρέπει να είναι σε μικρότερες από τις κανονικές ποσότητες. Ειδικά η αζωτούχος που πρέπει καλύτερα να δίνεται σε μικρές δόσεις για την αποφυγή δημιουργίας πολύ ζωηρών βλαστών που θα καθυστερήσουν την είσοδο σε καρποφορία των δένδρων.

Στην περίπτωση ισχυρών παγετών (Ξήρανση και σχίσιμο του φλοιού και στον κορμό) Συνιστώνται τα πιο κάτω μέτρα:

α.Κόψιμο του κορμού κοντά στη ρίζα αν προέρχεται από αγενή πολλαπλασιασμό (π.χ. μοσχεύματα). Στη περίπτωση αυτή τα δένδρα αναβλαστάνουν από λανθάνοντες οφθαλμούς στη βάση του κορμού ή από τους γόγγρους. Οι νέοι βλαστοί είναι ήμεροι και έτσι το δένδρο αναπαράγεται και είναι της ίδιας ποικιλίας. Την πρώτη χρονιά αναβλάστησης αφήνονται οι περισσότεροι βλαστοί και αφαιρούνται μόνο οι πιο ασθενικοί. Στα επόμενα τρία χρόνια εφαρμόζεται σταδιακά αραίωμα των βλαστών ώστε τελικά το δένδρο να αποκτήσει τον ίδιο αριθμό βραχιόνων και σχήμα με το προηγούμενο του παγετού δένδρο. Στην περίπτωση αυτή τα δένδρα επανέρχονται σε παραγωγή μετά από 3-5 χρόνια ανάλογα με τη ποικιλία.

β. Αν όμως το δένδρο προέρχεται από εμβολιασμό σε υποκείμενο άγρια ελιά ή σπορόφυτο τότε οι νέοι βλαστοί που προέρχονται κάτω από το σημείο εμβολιασμού είναι άγριοι και πρέπει να αφαιρούνται και να διατηρούνται μόνο αυτοί που βλαστάνουν πάνω από το σημείο εμβολιασμού. Επομένως η τομή του κορμού πρέπει να είναι πάνω από το σημείο εμβολιασμού.

γ. Στην περίπτωση που το υποκείμενο ήταν σπορόφυτο και η αναβλάστηση έγινε μόνο κάτω από το σημείο εμβολιασμού ή τη ρίζα τότε όλοι οι βλαστοί είναι άγριοι και χρειάζεται εμβολιασμός. Την επόμενη χρονιά της αναβλάστησης επιλέγονται 1 ή 3 βλαστοί (προτιμότερο ένας για να έχουμε ένα κορμό) και εμβολιάζονται με την επιθυμητή ποικιλία (μπορεί ο παραγωγός να αλλάξει και ποικιλία αν το επιθυμεί). Η είσοδος σε καρποφορία των δένδρων αυτών θα καθυστερήσει τουλάχιστον ένα ακόμη χρόνο σε σχέση με την προηγούμενη περίπτωση για να αναπτυχθεί πρώτα ο βλαστός που προέρχεται από το εμβόλιο.

Εναλλακτικά για την τελευταία περίπτωση μπορεί να γίνει εκρίζωση των γέρικων δένδρων και επαναφύτευση. Το ίδιο ισχύει και αν το δένδρο έχει καταστραφεί ολοσχερώς, αν και αυτό σπάνια συμβαίνει στην ελιά. Ένα άλλο κριτήριο για το αν ξεριζωθεί ή όχι το δένδρο είναι η κατάσταση του δένδρου πριν και μετά τον παγετό. Για παράδειγμα δένδρα που ήταν ασθενικά και μη παραγωγικά είναι προτιμότερο να εκριζώνονται και να φυτεύονται νέα. Αν τα δένδρα ήταν υγιή και παραγωγικά και αναβλάστησαν από τη ρίζα καλό είναι να διατηρούνται και να ανανεώνονται όπως προ-αναφέρθηκε γιατί το εκτεταμένο ριζικό σύστημα βοηθά στη γρήγορη ανάπτυξη του δένδρου και είσοδο σε καρποφορία. Ενώ παράλληλα είναι πιο ανθεκτικά στην ξηρασία και αποφεύγεται το κόστος εγκατάστασης της νέας φυτείας.

Επίδραση των χαμηλών θερμοκρασιών στο σχηματισμό ανθοφόρων οφθαλμών και την καρποφορία της ελιάς.

Η καρποφορία όλων των δένδρων εξαρτάται από το σχηματισμό ανθοφόρων οφθαλμών οι οποίοι στη συνέχεια θα δώσουν τα άνθη και τους καρπούς. Επομένως απαραίτητη προϋπόθεση είναι ο σχηματισμός ανθοφόρων οφθαλμών. Για τα περισσότερα καρποφόρα δένδρα και κύρια τα φυλλοβόλα ο σχηματισμός (διαφοροποίηση) ανθοφόρων οφθαλμών πραγματοποιείται το καλοκαίρι ή αρχίζει το καλοκαίρι και ολοκληρώνεται το φθινόπωρο ή την άνοιξη λίγο πριν την άνθηση των δένδρων.

Στην ελιά ο σχηματισμός των ανθοφόρων οφθαλμών ολοκληρώνεται από το τέλος φθινοπώρου μέχρι και τις αρχές της άνοιξης. Ο χρόνος εξαρτάται κύρια από την ποικιλία και τις περιβαλλοντικές συνθήκες. Στις συνθήκες αυτές σημαντικό ρόλο παίζουν η θερμοκρασία και η εδαφική υγρασία. Είναι γνωστό μάλιστα ότι για το σχηματισμό των ανθοφόρων οφθαλμών οι μέτρια χαμηλές θερμοκρασίες του φθινοπώρου και του χειμώνα ευνοούν το σχηματισμό ανθοφόρων οφθαλμών. Η επίδραση αυτή των χαμηλών θερμοκρασιών στο σχηματισμό των ανθοφόρων οφθαλμών και κατ’ επέκταση των ανθέων καλείται εαρινοποίηση. Οι ευνοϊκές θερμοκρασίες για το σχηματισμό των ανθοφόρων οφθαλμών είναι 10-13° C ή και λίγο χαμηλότερες. Απαιτούνται μάλιστα 1500-2000 ώρες των θερμοκρασιών αυτών για την ολοκλήρωση της ανάπτυξης των οφθαλμών. Η ανώτατη θερμοκρασία για το σχηματισμό των ανθοφόρων οφθαλμών είναι 16°C.  Θερμοκρασίες ανώτερες των 16° C εμποδίζουν το σχηματισμό ανθοφόρων οφθαλμών. Αυτό άλλωστε εξηγεί και την αδυναμία της ελιάς να καρποφορήσει σε θερμότερες περιοχές (τροπικά κλίματα). Είναι γνωστό στους παραγωγούς ότι σχετικά ψυχροί χειμώνες ευνοούν την ανθοφορία και καρποφορία ενώ ζεστοί χειμώνες ακολουθούνται από μειωμένη ανθοφορία-καρποφορία.

Τα τελευταία χρόνια μάλιστα οι υψηλές θερμοκρασίες του χειμώνα υπήρξαν η αιτία μειωμένης καρποφορίας ή ακόμη και πλήρους ακαρπίας στους ελληνικούς ελαιώνες. Οι απαιτήσεις σε ώρες ψύχους διαφέρουν σημαντικά μεταξύ των ποικιλιών. Για παράδειγμα, οι ποικιλίες Κορωνέικη και Βαλανολιά έχουν μικρές ανάγκες σε ψύχος ενώ οι Κονσερβολιά, Kαρυδολιά και Αγουρομάνακο έχουν μεγάλες ανάγκες σε ψύχος. Αυτή ήταν πιθανόν η εξήγηση ότι το 2016 η καρποφορία στην Κορωνέικη δεν μειώθηκε τόσο πολύ όσο στην ποικιλία Αγουρομάνακο που πλησίασε την απόλυτη ακαρπία (Κυνουρία).
Ο σχηματισμός των ανθοφόρων οφθαλμών και χρόνος σχηματισμού επηρεάζεται όμως και από άλλους παράγοντες (υγρασία εδάφους, τη λίπανση, το φορτίο των δένδρων και το χρόνο συλλογής, το φωτισμό κ.ά.). Για τους λόγους αυτούς ο χρόνος σχηματισμού μπορεί να διαφέρει από χρονιά σε χρονιά ακόμη και στον ίδιο αγρό. Παλαιότερα επιστημονικά δεδομένα δεν συμφωνούν για το χρόνο σχηματισμού. Διάφορες μελέτες προσδιορίζουν το χρόνο στις 40-90 ημέρες πριν την έναρξη της άνθησης. Νεότερα δεδομένα προσδιορίζουν το χρόνο εισαγωγής (έναρξης) σχηματισμό ανθοφόρων οφθαλμών τον Ιούνιο (πριν την σκλήρυνση του πυρήνα στον καρπό) και ολοκληρώνεται το φθινόπωρο-χειμώνα. Αυτό σημαίνει πρακτικά ότι η ανθοφορία της άνοιξης προσδιορίζεται από το προηγούμενο καλοκαίρι όπως ακριβώς και στα περισσότερα φυλλοβόλα δένδρα.

Ποιός είναι ο ρόλος των χαμηλών θερμοκρασιών στην ανθοφορία της ελιάς;
Μέχρι το 1991 η επικρατούσα άποψη ήταν ότι οι χαμηλές θερμοκρασίες ευνoούν το σχηματισμό των ανθοφόρων οφθαλμών (φαινόμενο εαρινοποίησης) και ότι η έλλειψη αυτών οδηγούσε στο μη σχηματισμό και τελικά στη μειωμένη ανθοφορία-καρποφορία. Από το 1991 και μετά νεότερες έρευνες οδήγησαν στο συμπέρασμα ότι οι χαμηλές θερμοκρασίες χρειάζονται για την έξοδο των οφθαλμών από το λήθαργο των ήδη σχηματισθέντων οφθαλμών. Πράγματι οι οφθαλμοί της ελιάς έχουν ενδολήθαργο (όπως στα φυλλοβόλα δένδρα) αλλά μπορεί να εμφανιστεί και οικολήθαργος αν οι συνθήκες την άνοιξη δεν είναι ευνοϊκές για την έκπτυξη αυτών (συνεχίζονται δηλαδή οι χαμηλές θερμοκρασίες). Αντίθετα, η διατήρηση δένδρων ελιάς σε θερμοκήπιο με θερμοκρασίες 16-30° C είχε σαν αποτέλεσμα την παρεμπόδιση της ανθοφορίας τους. Προσωπικές παρατηρήσεις έδειξαν ότι στην ποικιλία Κορωνέικη το 2010, στο Γεωπονικό Πανεπιστήμιο αλλά και σε άλλες περιοχές της χώρας, η έναρξη της ανθοφορίας ξεκίνησε τον Ιανουάριο που σημαίνει ότι οι οφθαλμοί είχαν ήδη σχηματιστεί. Στη συνέχεια μεσολάβησαν λίγες ώρες ψύχους (για το ξεπέρασμα του λήθαργου) και ακολούθησαν υψηλές για την εποχή θερμοκρασίες που οδήγησαν στην έκπτυξη των οφθαλμών (έναρξη ανθοφορίας).

Γενικά και ανεξάρτητα ποιά είναι η επίδραση των χαμηλών θερμοκρασιών, το χειμώνα, συνεχόμενες σχετικά υψηλές ή ήπιες θερμοκρασίες μπορεί να μειώσουν τη διαφοροποίηση ανθοφόρων οφθαλμών και την έξοδο από τον λήθαργο αυτών, ή ακόμη να αυξήσουν το ποσοστό των μη γόνιμων ανθέων με αποτέλεσμα τη μείωση της ανθοφορίας και καρποφορίας. Η αύξηση της μέσης θερμοκρασίας  του χειμώνα μπορεί να πρωϊμίσει την έξοδο από το λήθαργο των ανθοφόρων οφθαλμών με κίνδυνο καταστροφής τους από όψιμους παγετούς στα τέλη χειμώνα αρχές άνοιξης. Οι οφθαλμοί σε λήθαργο αντέχουν σε θερμοκρασίες  μέχρι -6 , -7° C, όταν όμως βγουν από το λήθαργο καταστρέφονται σε θερμοκρασίες (-2 έως -4° C). Σχετικά χαμηλές θερμοκρασίες στο στάδιο της πλήρους άνθησης μπορεί επίσης να μειώσουν την καρπόδεση και την καρποφορία γιατί καθυστερούν την ανάπτυξη του γυρεοσωλήνα και μειώνεται η πιθανότητα γονιμοποίησης καρπόδεσης.

Τα προβλήματα των χαμηλών θερμοκρασιών επιδεινώνονται αν συνδυάζονται με ανέμους, ομίχλη ή υψηλή σχετική υγρασία και βροχές, ενώ το πρόβλημα των υψηλών θερμοκρασιών επιδεινώνεται αν συνδυαστεί με ξηρούς και θερμούς ανέμους. Οι έντονα χαμηλές θερμοκρασίες το χειμώνα μπορεί επίσης να ζημιώσουν την παραγωγή της χρονιάς (συρρίκνωση καρπών) τους οφθαλμούς και να μειώσουν την επόμενη παραγωγή, τη βλάστηση ή ακόμη και τα ίδια τα δένδρα (φυτικό κεφάλαιο) σε θερμοκρασίες κάτω των –8 ή 10° C).

Τέλος οι ανάγκες σε χαμηλές θερμοκρασίες των διάφορων ποικιλιών ελιάς καθορίζουν και την κατανομή της καλλιέργειας αυτών στην Ελλάδα αλλά και στον κόσμο. Δηλαδή ποικιλίες με μικρές ανάγκες καλλιεργούνται σε περιοχές με ήπιους χειμώνες ενώ αυτές με αυξημένες απαιτήσεις σε περιοχές με χαμηλότερες θερμοκρασίες το χειμώνα (Μακεδονία, Θεσσαλία) ή σε ημιορεινές και ορεινές περιοχές

 

 

Πηγη

Σοβαρούς κινδύνους για τη µετάδοση πολλών παθογόνων µικροοργανισµών, που προκαλούν σοβαρότατες ασθένειες στα αµπέλια, ενέχει το κλάδεµα αυτή την περίοδο. Οι πιο σοβαρές οφείλονται σε µυκητολογικές προσβολές του ξύλου, οι οποίες, εκτός του ότι εξασθενούν τα πρέµνα και µειώνουν αισθητά την παραγωγή, καταστρέφουν σταδιακά το φυτικό κεφάλαιο.

 

Αποτέλεσµα αυτών, όπως σηµειώνουν οι γεωπόνοι του Περιφερειακού Κέντρου Προστασίας Φυτών Ηρακλείου, είναι να δηµιουργούνται µετά από κάποια χρόνια, µεγάλα κενά εντός της καλλιέργειας.

Οι ασθένειες που προσβάλλουν κατά κύριο λόγο το ξύλο του αµπελιού είναι η ίσκα, η ευτυπίωση και η φόµοψη, ενώ υπάρχουν και ενδείξεις σύνδεσης των τριών αυτών ασθενειών και για αυτό απαιτείται συνολική και διαρκής προσπάθεια αντιµετώπισής τους.

Πιο αναλυτικά, η ίσκα οφείλεται σε σύμπλοκο μυκήτων, απαντάται σε πρέμνα όλων των ηλικιών και οι μολύνσεις γίνονται από τις μεγάλες τομές κλαδέματος.

Η ευτυπίωση προκαλεί νέκρωση βραχιόνων κεφαλών ή ακόμη και ολόκληρων πρέμνων, με τις ποικιλίες Κάρντιναλ, Σουλτανίνα και Ραζακί να είναι ιδιαίτερα ευαίσθητες

Η φόμοψη προσβάλει κληματίδες, κεφαλές, βραχίονες και φύλλα των πρέμνων, παρατηρείται στην ετήσια βλάστηση αλλά και στο παλιό ξύλο και η επέκτασή της ευνοείται από υγρό και δροσερό καιρό.

Η αντιμετώπισή τους βασίζεται στη λήψη προληπτικών μέτρων κατά τη διάρκεια του κλαδέματος, λόγω έλλειψης φυτοπροστατευτικών προϊόντων για την αντιμετώπισή τους. Η εφαρμογή των μέτρων αυτών γίνεται με σκοπό τη μείωση, στο ελάχιστο δυνατό, του μολύσματος που θα προσβάλει το ξύλο.

Για τον έλεγχο και τον περιορισµό της ζηµιογόνου δράσης τους συνιστώνται τα παρακάτω καλλιεργητικά µέτρα:

-Το κλάδεµα γίνεται όψιµα και µε ξηρό καιρό. Η έλλειψη υγρασίας εµποδίζει την επιτυχή εγκατάσταση των παθογόνων.

-Αποφεύγετε τις µεγάλες κλαδοτοµές.

-Υπολείµµατα ξύλου ηλικίας µεγαλύτερης των 2 ετών πρέπει να αποµακρύνονται από τον αµπελώνα και να καταστρέφονται µε φωτιά. Οι ετήσιες κληµατίδες δεν αποτελούν εστίες µόλυνσης και µπορούν να θρυµµατίζονται µε καταστροφέα στον αµπελώνα.

-Έλεγχος της ζωηρότητας των αµπελιών µε ορθολογική λίπανση. Στα υπερβολικά ζωηρά πρέµνα ευνοείται η προσβολή τους από τις ασθένειες.

-Επανασύσταση του πρέµνου. Εάν διαπιστωθεί η ύπαρξη υγιούς ξύλου στον κορµό (ξύλο σκληρό χωρίς µεταχρωµατισµούς ή εκκρίσεις) αναλόγως του ύψους που βρίσκεται, είτε αφήνουµε το πρέµνο να αναβλαστήσει, είτε κάνουµε εµβολιασµό. Εφόσον το ξύλο του κορµού έχει εξ’ ολοκλήρου προσβληθεί, τα πρέµνα εκριζώνονται και καίγονται.

 
 
Σελίδα 1 από 9

1ο Κατάστημα

ΔΙΕΥΘΥΝΣΗ
Αλ. Υψηλάντου 149, Πάτρα

ΤΗΛΕΦΩΝΟ- FAX
2610-625692

EMAIL
info@agrofitiki.com

2o Κατάστημα

ΔΙΕΥΘΥΝΣΗ
Δημοκρατίας 72, Οβρυά

ΤΗΛΕΦΩΝΟ- FAX
2610-526320

EMAIL
info@agrofitiki.com

Κλάδεμα Ροδακινιάς 1 έτους σε Μονόκλωνη Διαμόρφωση

facebook

facebook  

 

ΕΠΙΚΟΙΝΩΝΙΑ